Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

καταιγισμός ιδεών

πίνακας από τον καταιγισμό ιδεών της πρώτης συνάντησης.

ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ

ΑΓΩΓΗ ΚΑΛΟΠΕΡΑΣΗ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΠΙΑΝΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΘΗΣΗ ΧΟΡΟΣ ΘΕΑΤΡΟ ΓΗΠΕΔΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΨΩΝΙΑ ( ΑΓΟΡΕΣ) ΧΑΛΑΡΩΣΗ ΤΕΡΨΗ ΠΛΑΚΑ ΦΙΛΟΙ ΠΑΡΕΑ ΖΩΝΤΑΝΙΑ ΧΑΡΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΞΕΓΝΟΙΑΣΙΑ ΤΑΞΙΔΙ ΞΕΝΥΧΤΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΑΛΕΝΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ ΠΑΘΟΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΒΟΛΤΕΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

ορισμοί

Συχνά οι άνθρωποι συγχέουν τον όρο ψυχαγωγία με τον όρο διασκέδαση .

1. διαβάστε τους ορισμούς που δίνονται παρακάτω από το ηλεκτρονικό λεξικό στην ιστοσελίδα www.greek-language.gr


ψυχαγωγία η [psixaγojía] Ο25 : η ψυχική και πνευματική ευχαρίστηση κάποιου μέσα από μια ενασχόληση, ένα έργο κτλ. που ικανοποιεί κάποιες ανώτερες πνευματικές και ψυχικές ανάγκες· (πρβ. διασκέδαση, αναψυχή): Aίθουσα ψυχαγωγίας. H ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου είναι κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση· είναι ~.

[λόγ. < ελνστ. ψυχαγωγία `διασκέδαση΄, αρχική σημ।: `ανάκληση των ψυχών των νεκρών΄ (αρχ. σημ.: `δελεασμός των ψυχών των ανθρώπων΄)]


διασκέδαση η [δiaskéδasi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διασκεδάζω· το να ενεργεί κανείς έτσι, ώστε να περνά ευχάριστα: Προτιμάει τη ~ από τη δουλειά. H ζωή δεν είναι μόνο διασκεδάσεις. Mοναδική του ~ είναι το διάβασμα / η τηλεόραση / το θέατρο. (έκφρ.) κάνω κτ. για ~, για να διασκεδάσω. είναι κτ. ~, είναι πολύ ευχάριστο ή εύκολο: Aυτή η δουλειά είναι για μένα ~. (λόγ.) προς (μεγάλη) ~ όλων, με αποτέλεσμα όλοι να γελάσουν (πολύ). (ευχή) καλή ~. || Kέντρο διασκεδάσεως, ειδικό κατάστημα, στο οποίο οι άνθρωποι διασκεδάζουν: Kαμπαρέ και άλλα κέντρα διασκεδάσεως. Nυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως.